φαιδροῦ

φαιδρόομαι
beam with joy
pres imperat mp 2nd sg
φαιδρόομαι
beam with joy
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
φαιδρός
bright
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Φαίδρου — Φαί̱δρου , Φαῖδρας masc gen sg Φαῖδρος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρωτας — Έλξη ενός προσώπου προς το άλλο. Ενώ οι περισσότεροι από τους φιλόσοφους της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας έβλεπαν τον έ. κυρίως από τη φυσική του πλευρά, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι στωικοί, και ο Πλούταρχος είδαν τον έ. από πιο… …   Dictionary of Greek

  • διοικίζω — (Α) [οικίζω] 1. αναγκάζω κάποιους να ζουν χωριστά, διασκορπίζω, μετοικίζω 2. παθ. διασκορπίζομαι 3. μέσ. μετοικώ («ὅταν ἐκ Κολλυτοῡ διῳκίζεται εἰς τὴν Φαίδρου οἰκίαν») 4. μέσ. απομακρύνομαι, αποχωρίζομαι από κάποιον 5. (για πλούσιους και φτωχούς) …   Dictionary of Greek

  • προσανάκλισις — ίσεως, ἡ, Α [προσανακλίνω] η ενέργεια τού προσανακλίνομαι, η στήριξη πάνω σε κάτι ή, κατ άλλους, το μέρος όπου στηρίζεται κανείς («πλατάνιστον... ἔνθ ἡ Φαίδρου προσανάκλισις ἦν», Λουκιαν.) …   Dictionary of Greek

  • Ακουμενός — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος γιατρός, πατέρας του Ερυξίμαχου. Ήταν φίλος του Σωκράτη και του Φαίδρου. Το όνομά του αναφέρεται στον Φαίδρο του Πλάτωνα …   Dictionary of Greek

  • Ερμής ο Τρισμέγιστος — Μυθολογικό πρόσωπο. Υποτιθέμενος συγγραφέας μιας σειράς κειμένων της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου (2oς 3oς αι. μ.Χ.). Την καταγωγή του πρέπει να την αναζητήσουμε στον χαρακτηριστικό γι’ αυτή την εποχή φιλοσοφικό συγκρητισμό, που γέννησε και τη… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Κάνινγκχαμ, Αλεξάντερ — (Alexander Cunningham, Κάψνοκ 1655 – Χάγη 1730). Σκοτσέζος λόγιος. Αφού χρημάτισε καθηγητής της νομικής στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, έφυγε από την πατρίδα του για να εγκατασταθεί στην Ολλανδία, όπου ήρθε σε σύγκρουση με τον Ρ. Μπέντλεϊ. Εκεί …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.